View this article in English | bilingual

Γυναίκα στο δέντρο

Η μαριαννα Δόμβρου βγήκε από το μπακάλικο κρατώντας στο χέρι έναν κόκκινο κουβά με σφουγγαρίστρα. Της άρεσε να κάνει βόλτες στην καινούργια της γειτονιά, σαν να ήταν μια φυσιολογική γυναίκα που χρειαζόταν απλά πράγματα. Όταν την αναγνώριζαν και της χαμογελούσαν –πράγμα που συνέβαινε συχνά, ή μάλλον συνεχώς–, η Μαριάννα ανταπέδιδε το χαμόγελο και συνέχιζε το δρόμο της. Καταλάβαινε ότι οι άνθρωποι ένιωθαν την ανάγκη να σταματήσουν και να την κοιτάξουν ώσπου να εξαφανιστεί από το οπτικό τους πεδίο.

Δε γύριζε το κεφάλι για να σιγουρευτεί. Ήταν τόσο διάσημη, που η στροφή του κεφαλιού θα την έκανε να δείχνει ανασφαλής ή ρηχή. Είχε επίγνωση της κατάστασης και προσπαθούσε να περπατάει όπως της είχε μάθει παλιά η μητέρα της: πίσω οι ώμοι και το κεφάλι ψηλά, όχι όμως τόσο ψηλά που να λένε ότι είχε καβαλήσει το καλάμι. Ήξερε επίσης ότι άλλοι την θαύμαζαν κι άλλοι την μισούσαν. Τις προάλλες ένας άντρας έφτυσε στο πεζοδρόμιο δίπλα της για να δείξει πόσο την απεχθάνεται. Η Μαριάννα προσπαθούσε να θυμάται ότι την αντιμετώπιζαν ως σύμβολο, όχι ως πρόσωπο. Κι έτσι συνέχιζε να ζει τους δυο τελευταίους μήνες, σαν να ήταν φυσικό ν’ ασχολούνται μαζί της.

Ήταν μια ζεστή μέρα με κουφόβραση. Στρίβοντας αριστερά, στην πλατεία Ψυχικού, πέρασε δίπλα από ένα σταματημένο αυτοκίνητο. Η οδηγός έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και την χαιρέτησε. «Μπράβο, κορίτσι μου!» φώναξε και πάτησε θριαμβευτικά δυο φορές το κλάξον. Η Μαριάννα κράτησε τη σφουγγαρίστρα στο άλλο χέρι και σκούπισε την ιδρωμένη παλάμη της πάνω στο τζιν της. Ο ουρανός έκλεινε. Διασταυρώθηκε με μια Φιλιππινέζα που έσπρωχνε ένα καρότσι με δίδυμα ρίχνοντας ικετευτικά βλέμματα στα σύννεφα, σαν να προσευχόταν να μη βρέξει ώσπου να φτάσουν στο σπίτι. Η Μαριάννα δεν μπορούσε να βιαστεί, επειδή ήταν έρμαιο της εικόνας της. Μερικές φορές σήκωναν τα κινητά τους και την φωτογράφιζαν. Δε θα ­ήταν ωραίο θέαμα η φωτογραφία της στο Διαδίκτυο ενώ θα έτρε­χε αλαφιασμένη. Το καινούργιο της διαμέρισμα, πίσω από την πλατεία, απείχε μόλις πέντε λεπτά. Θα προλάβαινε. Κι αν δεν προλάβαινε, θα μπορούσε να φορέσει τον κουβά στο κεφάλι της αντί για καπέλο. Κάτι τέτοιο περίμεναν από κείνην.

Περνώντας μπροστά από το πάρκο άκουσε μια λεπτή κοριτσίστικη φωνή.

«Κυρία, κυρία!»

Κοίταξε μέσα απ’ τα κάγκελα. Η παιδική χαρά ήταν έρημη.

«Έι, εδώ!»

Η φωνή ερχόταν από τον ουρανό. Σήκωσε το κεφάλι της κι είδε ένα θεόρατο ξεραμένο πεύκο – τελευταία στις ειδήσεις μιλούσαν για τη βαμβακίαση.

«Εδώ, εδώ!»

Το κορίτσι είχε κουρνιάσει σ’ ένα ψηλό κλαρί σαν να ήταν γάτα. Θα ’ταν οχτώ ή εννιά χρόνων. Φορούσε ένα μαύρο κολάν και μια μοβ ριγέ μπλούζα από πάνω.

«Τι κάνεις εκεί πάνω;»

«Σκαρφάλωσα και δεν μπορώ να κατέβω».

Η Μαριάννα κοίταξε τριγύρω. Ψυχή. Μερικές φορές οι πλατείες και οι δρόμοι του Ψυχικού εκκενώνονταν για ώρες.

«Και δε μ’ ακούει κανείς».

Η Μαριάννα άνοιξε το χαμηλό πορτάκι της παιδικής χαράς και άφησε τη σφουγγαρίστρα δίπλα της, στο αραιό γρασίδι.

«Πού είναι η μαμά σου;»ρώτησε.

Σ’ αυτή την ηλικία υπάρχει ένας γονιός τριγύρω ή μια οικιακή βοηθός, ιδίως στο Ψυχικό.

«Η μαμά μου έχει πεθάνει», είπε το κορίτσι αχνά.

Η Μαριάννα ξεροκατάπιε. Γύρισε τον κουβά ανάποδα και τον χρησιμοποίησε σαν σκαλί για να σκαρφαλώσει. Πώς της ήρθε να ρωτήσει κάτι τόσο προσωπικό ένα άγνωστο κορίτσι του Δημοτικού που χρειαζόταν τη βοήθειά της; αναρωτήθηκε καθώς σκαρφάλωνε. Τέντωνε τα χέρια της για να πιαστεί και σε κάθε κομβικό σημείο της αναρρίχησης αναλογιζόταν πόσο αγύμναστη ήταν. Σε μερικές εβδομάδες έκλεινε τα τριάντα πέντε. Θα ήταν συνετό να ξεκινήσει γυμναστική στην πρώτη ευκαιρία. Να πάψει ν’ ασχολείται με τη ζωγραφική όλη μέρα.

Ένα κλαδί διχάλωνε παράξενα. Το χαμηλότερο παρακλάδι ήταν ισχνό. Το άλλο, που ανέβαινε ψηλά, είχε επικίνδυνη κλίση. Η μικρή ήταν κουρνιασμένη στην άκρη του.

«Μπορείς να μου δώσεις το χέρι σου από κει που είσαι;» ρώτησε η Μαριάννα, ενώ από μέσα της σκέφτηκε: και μετά τι θα το ’κανε αυτό το χέρι;

Το κορίτσι κούνησε πολλές φορές το κεφάλι του κι άρχισε να κλαίει. Μαζί κουνήθηκε πέρα δώθε κι η ξανθιά του αλογοουρά.

Άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες βροχής.

«Καλά», είπε η Μαριάννα. «Θα έρθω εκεί που είσαι. Πώς σε λένε;»

Το στήθος της έκαιγε από την προσπάθεια. Ο ουρανός, πίσω απ’ τα κλαδιά, σκοτείνιαζε.

«Άελλα», είπε το κορίτσι και σκούπισε τα μάτια του.

«Άε- τι;»

«Άελλα. Είναι η πιο γρήγορη Αμαζόνα».

Η Μαριάννα αναστέναξε. Πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει κανείς αναζητώντας πρωτότυπο όνομα; Ορίστε η πιο γρήγο-
ρη Αμαζόνα, σκαρφαλωμένη στο κλαδί, ανήμπορη. Κι η Μαριάννα να προσπαθεί να βοηθήσει. «Νιώθετε λίγο σαν την Ιωάννα της Λωραίνης;» την είχε ρωτήσει ένας ξύπνιος δημοσιογράφος. «Δηλαδή;» είχε ρωτήσει η Μαριάννα. «Θέλετε να βοη­θήσετε τους άλλους, να τους υποδείξετε κάτι στο οποίο να πιστέψουν;»

«Δεν μπορώ ν’ ανέβω», είπε και κοίταξε προς τα πάνω παρακλητικά. «Μα δεν περνάει κανείς απ’ αυτό τον αναθεματισμένο δρόμο;»

Καλύτερα να μην ανέβαινε. Να σταματούσε κάποιο περαστικό αυτοκίνητο. Αυτό που ένιωθε για τους ξένους τελικά ήταν ελεγ­χόμενη ανθρωποφοβία. Δεν την πείραζε να κυκλοφορούν πλάι της και να την δείχνουν με το δάχτυλο, ούτε καν να την φτύνουν, αρκεί να περπατούσε ανενόχλητη και να μη σχετιζόταν με κανένα. Όταν της μιλούσαν, άνοιγε το βήμα σαν να μην είχε ακούσει αυτό που της έλεγαν. Περπατούσε λοξά, σαν αράχνη που αποφάσισε να πλέξει αλλού τον ιστό της. Ήξερε να απομακρύνεται γρήγορα και διακριτικά από τους φορτικούς στα εγκαί­νια εκθέσεων ή στα εστιατόρια.

«Δε θα περάσει κανείς», είπε η Άελλα. «Την πατήσαμε».

Βρισκόταν κοντά της τώρα. Έβλεπε καθαρά το σφιχτό στόμα της μικρής, το συνοφρυωμένο της μέτωπο. Είχε μεγάλα μάτια και κοκκαλιάρικους καρπούς. Ήταν μοναχικό παιδί, αποφάσισε μέσα της. Προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με τη ζωή σκαρφαλώνοντας σε δέντρα. Στο μεταξύ η βροχή δυνάμωνε.

«Δώσε μου το χέρι σου».

 Η Άελλα αρνήθηκε κουνώντας με πείσμα την αλογοουρά της.

«Τότε θ’ ανέβω εγώ και θα περάσεις από πάνω μου. Θα σε κρατάω. Εντάξει;»

Η μικρή αγκάλιασε σφιχτά τον κορμό.

«Λοιπόν, έρχομαι».

 Η Μαριάννα σκαρφάλωσε στο κλαδί. Η μπλούζα είχε κολλήσει στην πλάτη της. Τα μαλλιά της έσταζαν. Ένιωθε πως ο προορισμός της ήταν να σώσει αυτό το κορίτσι, όπως πριν από δυο μήνες προορισμός της ήταν να σώσει την Ελλάδα. «Πώς νιώθετε που δημιουργήθηκε ένα τόσο μεγάλο σκάνδαλο εξαιτίας της ζωγραφικής σας;» την ρώτησε ένας δημοσιογράφος, βάζοντας μπροστά στο στόμα της ένα μικρόφωνο με μεταλλικό πλέγμα. «Δεν μπορώ να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση», είχε πει η Μαριάννα. «Καταλαβαίνω πως θα σας διευκόλυνε τρομερά η απάντησή μου, αλλά δεν μπορώ».

Οι δημοσιογράφοι που είχαν δικές τους εκπομπές προσπαθούσαν να την ξεψαχνίσουν. Της έκαναν φιλοφρονήσεις για τα πορτρέτα της, ενώ οι τεχνικοί του πλατό έχωναν κάτω από την μπλούζα της το μικροφωνάκι. Ύστερα κάποιος έλεγε «τρία, δύο, ένα, πάμε», γινόταν ησυχία στο στούντιο και οι οικοδεσπότες την παρουσίαζαν με φράσεις όπως «Σήμερα έχουμε μαζί μας τη γυναίκα που έριξε την κυβέρνηση», ή «την καλλιτέχνη που ζωγράφισε τη δική της Ιερά Εξέταση», ή «έναν άνθρωπο που μας ήταν άγνωστος ως χτες, αλλά σήμερα ξέρει τ’ όνομά του ολόκληρη η Ελλάδα».

Κάποιος ρεπόρτερ παρουσίαζε το χρονικό: την ατομική της έκθεση «Ελληνικά Όνειρα» στην γκαλερί του Μεταξουργείου. Το σκίσιμο του καμβά –που απεικόνιζε γυμνούς βουλευτές και μοναχούς γονατισμένους σ’ ένα μοναστήρι του Βατοπεδίου– από την ημίτρελη θεούσα με το σουγιά. Το επεισόδιο με τον άλλο πίνακα που της φόρεσαν κολλάρο οι χρυσαυγίτες, επειδή τους ζωγράφιζε κι εκείνους γυμνούς, να τρώνε μια ελληνική σημαία, με όλα τους τα σύμβολα αραδιασμένα σαν νεκρή φύση πάνω στο τραπέζι, ενώ απ’ το φεγγίτη πίσω τους έμπαινε αυτό που η κριτική ονόμασε «ατόφιο φλαμανδικό φως». Το ρεπορτάζ αρχείου συνεχιζόταν με τα επεισόδια στη Βουλή, τις εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που είχαν μαζευτεί απ’ έξω. Κράδαιναν ξύλα πάνω στα οποία είχαν κολλήσει θολές αναπαραστάσεις των έργων της, κυρίως αυτό με τους βουλευτές που κυλιόντουσαν στη λάσπη.

Όσο έπαιζε το βίντεο, ο οικοδεσπότης της εκπομπής τεντωνόταν στο κάθισμά του και επιχειρούσε να της πιάσει κουβέντα χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «τρομερό», «μοναδικό», «εντυπωσιακό», τα επίθετα που χρησιμοποιούν όσοι δεν ξέρουν από τέχνη. Η Μαριάννα χαμογελούσε ευγενικά, σαν να της έλεγαν βαθυστόχαστες αλήθειες. Ύστερα άρχιζαν οι ερωτήσεις.

«Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την τέχνη;» Απαντούσε: «Κανείς ποτέ δε με ρώτησε σοβαρά για τη ζωγραφική μου πριν απ’ αυτό».

«Γιατί πολιτικούς και ιερωμένους και όχι λιγότερο αναγνωρίσιμα πρόσωπα;» Απαντούσε: «Μ’ ενδιέφερε η αντίστιξη ανάμεσα στο φως που μπαίνει από ένα φεγγίτη στη φλαμανδική ζωγραφική και σε πρόσωπα έκφυλα».

«Σκεφτήκατε ποτέ ότι η τέχνη μπορεί να γίνει επικίνδυνη για την ακεραιότητά σας;» Απαντούσε: «Η πολιτική ζωή είναι ακόμα πιο επικίνδυνη για την ακεραιότητά μου. Την ψυχική μου ακεραιότητα, θέλω να πω».

«Τι πιστεύετε ότι είδε ο κόσμος στα έργα σας; Τα σκάνδαλα είναι γνωστά και φυσιολογικά θα έπρεπε να έχουμε χορτάσει εικόνες». Απαντούσε: «Τα έργα μου δεν έχουν παραπολιτική αξία, ούτε ίχνος χιούμορ. Μ’ ενδιαφέρουν οι κλασικές αξίες της ζωγραφικής. Οι αποχρώσεις του δέρματος των βουλευτών καθώς κυλιούνται στη λάσπη».

Η Άελλα σύρθηκε με την κοιλιά πάνω στο κλαδί. Η Μαριάννα την βούτηξε, σχεδόν την σήκωσε στον αέρα. Ήταν αδύνατη, σαν πούπουλο. Όταν ετοιμάστηκε να κατέβει, η Μαριάννα κάθισε ιππαστί και ζύγιασε το σώμα της για να κρατήσει το βάρος της μικρής. Η αλογοουρά του κοριτσιού είχε μουσκέψει και το πράσινο λαστιχάκι της ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε από εκεί ψηλά, καθώς η Άελλα στήριξε τη μια της ελβιέλα στο χαμηλότερο κλαδί και την άλλη στον χοντρό κορμό του πεύκου.

«Ευχαριστώ!» φώναξε. «Δε θα τα κατάφερνα ποτέ χωρίς εσέ­να».

Της μίλησε στον ενικό – όπως μιλάνε οι άνθρωποι που ζουν μαζί ένα δράμα.

«Τι περιμένεις; Κατέβα!»

Μόνο τότε η Μαριάννα κατάλαβε τι συνέβαινε με το δέντρο. Είχε λάθος προοπτική. Από το νου της πέρασε η σκέψη ότι κάτι παρόμοιο συνέβαινε και με τους βουλευτές ή με τους μοναχούς του Βατοπεδίου. Ο ελεγειακός της τόνος ήταν λανθασμένος κι αυτό έκανε τους ανθρώπους να σκεφτούν τα σκάνδαλα μ’ έναν νέο τρόπο, που δεν είχε σχέση με τα ίδια τα γεγονότα αλλά με την προοπτική τους. Γιατί ζούσαν όπως ζούσαν αν μπορούσαν να ζήσουν αλλιώς.

Εξαιτίας της προοπτικής του ανωφερικού κλαδιού τής ήταν αδύνατον να κατεβάσει το πόδι της και να πατήσει στη διχάλα. Φοβήθηκε πως θα πέσει. Τέντωσε το πόδι – αδύνατον.

«Κατέβα!» φώναξε η Άελλα.

«Αδύνατον».

«Και τι θα κάνουμε τώρα;»

«Καλύτερα να φωνάξεις κάποιον. Πες τους να φέρουν μια σκάλα».

Είχε μουλιάσει ως το κόκκαλο. Είδε τον εαυτό της σαν πρωταγωνίστρια σ’ έναν από τους πολυσυζητημένους πίνακές της. Λίγο φως μέσα απ’ τα σκοτεινά σύννεφα. Η κόκκινη σφουγγαρίστρα αναποδογυρισμένη στο γκαζόν. Οι εγκαταλελειμμένες κούνιες στο βάθος. Κι εκείνη πίσω απ’ τα άρρωστα κλαδιά. Ο τίτλος της θα ήταν όπως πάντα λιτός. «Γυναίκα στο δέντρο».